type='html'>

Μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Αθηνών κατέθεσε ο Κώστας Βαξεβάνης για την κατοχή της λίστας Λαγκάρντ από τον Ευάγγελο Βενιζέλο κατά την περίοδο που δεν ήταν υπουργός Οικονομικών. Καθώς το βούλευμα  του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου για την παραπομπή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου επιβεβαιώνει πως η συγκεκριμένη λίστα είναι δημόσιο έγγραφο που παραδόθηκε επίσημα στο ελληνικό κράτος από τις γαλλικές αρχές και δεδομένου πως  ο κ. Βενιζέλος είχε στην κατοχή του το έγγραφο αυτό για σημαντικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν ήταν υπουργός, ο νυν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φέρει ευθύνη για υπεξαγωγή δημοσίου εγγράφου και κατοχή κι ενδεχομένως επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που προστατεύονται από το τραπεζικό απόρρητο.
Για το εξάμηνο στο οποίο αναφέρεται η μηνυτήρια αναφορά ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν καλύπτεται από τον νόμο περί ευθύνης υπουργών κι ως εκ τούτου θα οδηγηθεί σε δίκη με απλή άρση της ασυλίας του από την ελληνική Βουλή.

Παραθέτουμε ακέραια τη μηνυτήρια αναφορά του Κώστα Βαξεβάνη:
Τα VIDEO δεν είναι του συντάκτη, απλά αναρτήθηκαν για το κλίμα της εποχής:









Προς
Τον Προιστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών
κο Ηλία Ζαγοραίο
                       
                                                      ΑΝΑΦΟΡΑ
του Κωνσταντίνου Βαξεβάνη,δημοσιογράφου,κατοίκου Άνοιξης, στην οδό Αναχωρητών 8 α

Το Δικαστικό Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, με το υπ αριθμόν 3/2014 Βούλευμά του, παραπέμπει τον πρώην υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Παπακωνσταντίνου, για την υπόθεση της λίστα Falciani, γνωστή ως λίστας Λαγκάρντ. Τη λίστα αυτή παρέλαβε η Ελλάδα επισήμως από τις γαλλικές Αρχές, προκειμένου να κάνει φορολογικούς ελέγχους σε 2062 έλληνες καταθέτες της Τράπεζας HSBC. Αντίστοιχες λίστες είχαν παραλάβει η Ισπανία, η Γερμανία, η Πορτογαλία και άλλες ευρωπαικές χώρες και κατάφεραν να εισπράξουν έσοδα μέσα από φορολογικούς ελέγχους. Αξίζει να σημειωθεί πως η Ιταλία παρέλαβε μία τέτοια λίστα καταθετών-πιθανών φοροφυγάδων με απλή αίτηση δικαστικής συνδρομής στην Εισαγγελία της Νίκαιας της Γαλλίας.
Το ιστορικό παραλαβής της ελληνικής λίστας Λαγκάρντ, περιγράφεται ως εξής στο Βούλευμα το Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου:
«Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2010, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) μετέφερε στο Υπουργείο Οικονομικών της Ελλάδος πληροφορίες που είχε λάβει από την αντίστοιχη αρχή της Γαλλίας, σύμφωνα με τις οποίες το Υπουργείο Οικονομικών της Γαλλίας κατείχε και είχε επεξεργαστεί τη γνωστή διεθνώς ως «λίστα Falciani», που περιελάμβανε σύνολο αρχείων με ονόματα ευρωπαίων καταθετών σε υποκατάστημα της τράπεζας ΗSBC του Χόνγκ – Κόνγκ στην Ελβετία, μεταξύ των οποίων και αρχεία με ελληνικά ονόματα φυσικών και νομικών προσώπων. Στο χρόνο αυτό είχαν ήδη αξιοποιήσει τη λίστα, με σημαντικά μάλιστα δημοσιονομικά οφέλη, ευρωπαϊκές χώρες κατά την αναζήτηση
φορολογητέας ύλης, αφού προηγουμένως απευθύνθηκαν επισήμως και έλαβαν στοιχεία και σχετικές πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές. Στις 13-9-2010, το Υπουργείο Οικονομικών της Ελλάδος, με έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Ηλία Πλασκοβίτη, ζήτησε, στα πλαίσια διοικητικής συνδρομής, επικαλούμενο τα άρθρα 23 της από 21-8-1963 φορολογικής σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας και 21 της από 19 Δεκεμβρίου 1977 Οδηγίας 77/799/ΕΕ, ενδιαφέρουσες συναφείς πληροφορίες και στοιχεία από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσίων Οικονομικών της Γαλλίας. Η αρχή αυτή σύντομα ανταποκρίθηκε. Στις 29-9-2010 και ώρα 11.00, παρέδωσε, παρακάμπτοντας τη συνήθη διπλωματική διαδικασία διαβίβασης των αιτηθέντων, απευθείας, με επίσημο, βεβαίως, διαβιβαστικό έγγραφο, στον Κωνσταντίνο Χαλαστάνη, πρεσβευτή της χώρας μας στο Παρίσι, εντός σφραγισμένου φακέλου, ψηφιακό δίσκο CD στον οποίο είχαν καταχωρηθεί και εγγραφεί από τις γαλλικές αρχές τα αιτηθέντα στοιχεία, που, όπως και για καταθέτες άλλων χωρών, είχε ταξινομήσει και τηρούσε πλέον το Υπουργείο Οικονομικών της Γαλλίας. Την κατά τον τρόπο αυτό διαβίβαση των αιτηθέντων στοιχείων ακολούθησε η αρμόδια γαλλική αρχή αφού, από τα μέσα του μηνός αυτού (Σεπτέμβριος 2010), ο τότε Υπουργός Οικονομικών, κατηγορούμενος Γεώργιος Παπακωνσταντίνου, ευρισκόμενος υπηρεσιακώς στη Γαλλία, είχε παρέμβει στις γαλλικές αρχές και είχε ζητήσει να γίνει η παράδοση και η διαβίβαση των πληροφοριών και των στοιχείων προσωπικώς στον ίδιο, μέσω του ανωτέρω πρεσβευτή, τον οποίο ενημέρωσε τον χρόνο αυτό, χωρίς ειδικότερες διευκρινίσεις και πληροφορίες γι’αυτήν τη διαβίβαση του φακέλου και του απαίτησε την άμεση προς αυτόν, μετά την παραλαβή, αποστολή του. Ο Κωνσταντίνος Χαλαστάνης, πράγματι, μερίμνησε και με υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας, που αποκλειστικά για το σκοπό αυτό ταξίδευσε, την ίδια μέρα, αεροπορικώς, από το Παρίσι στην Αθήνα και προσήλθε στο Υπουργείο Οικονομικών της Ελλάδος την 19.00 ώρα της ιδίας 29-9-2010, παρέδωσε το φάκελο αυτό, ενυπογράφως, στη διευθύντρια του γραφείου του κατηγορουμένου υπουργού, που και
αυτήν προηγουμένως είχε ενημερώσει ο ίδιος για την αποστολή του φακέλου και της είχε ζητήσει να τον παραλάβει και να του τον παραδώσει κατά την επάνοδό του στο γραφείο, όπως και επισυνέβη, τις τελευταίες νυκτερινές ώρες της ιδίας, στις 29-9-2010 δηλαδή, που για το λόγο αυτό, παρά την προχωρημένη ώρα, επανήλθε στο γραφείο του. Η διαβίβαση των στοιχείων από τις γαλλικές αρχές δεν μπορεί, υπό τα δεδομένα αυτά, να θεωρηθεί άτυπη. Συνοδευόταν από σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίων Οικονομικών της Γαλλίας, έγινε στα πλαίσια ενεργοποίησης διοικητικής συνδρομής προβλεπόμενης από σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, καθώς και από ευρωπαϊκή οδηγία και μετά από έγγραφο αίτημα της χώρας μας».
Συνεπώς η Ελλάδα παρέλαβε επίσημα τη λίστα Λαγκάρντ ως επίσημο έγγραφο με σκοπό την αξιοποίησή του. Όπως επίσης σημειώνει  το βούλευμα, ο ψηφιακός δίσκος που παραδόθηκε είναι έγγραφο αφού :
«Έγγραφο είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να
διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφ’ όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία».
Ο πρώην υπουργός Γεώργιος Παπακωνσταντίνου πρόκειται να δικαστεί με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου, για πράξεις που αφορούν τους χειρισμούς του για ένα δημόσιο έγγραφο, δηλαδή τη λίστα Λαγκάρντ. Αυτό το επίσημο έγγραφο το οποίο η Ελλάδα παρέλαβε για να το αξιοποιήσει, στη συνέχεια δόθηκε από τον γενικό γραμματέα του ΣΔΟΕ Ιωάννη Διώτη στον μετέπειτα υπουργό Οικονομικών Ευάγγελο Βενιζέλο. Όπως σημειώνει το βούλευμα:
«το παρέδωσε (σ.σ. ο Διώτης) στον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος ήταν ήδη Υπουργός Οικονομικών και, με την ιδιότητα αυτή , πολιτικός προιστάμενός του. Ο τελευταίος το διατήρησε στην κατοχή του για περίπου 15 μήνες, οπότε, μετά από δημοσιογραφικό θόρυβο, που δημιουργήθηκε κατά το Σεπτέμβριο του επόμενου έτους, παρέδωσε το «Π1-USΒ» στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αυτό συνέβη την 2-10-2012 και την ίδια μέρα, με επίσημη, σχετική αλληλογραφία, το «Π1-USB» απεστάλη από το γραφείο του Πρωθυπουργού στο Στυλιανό Στασινόπουλο, που είχε τοποθετηθεί ήση στη θέση του Ειδικού Γραμματέα του ΣΔΟΕ, «για τις δικές του ενέργειες»»
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατείχε τη λίστα Λαγκάρντ ως υπουργός Οικονομικών από 17 Ιουνίου 2011 -21 Μαρτίου 2012 και από 22 Μαρτίου 2012 - 2 Σεπτεμβρίου 2012 χωρίς να έχει την υπουργική ιδιότητα. Για το χειρισμό της λίστας από τον κύριο Βενιζέλο το πρώτο διάστημα όταν ήταν υπουργός, υπεύθυνη να διερευνήσει τις πιθανές ποινικές του ευθύνες είναι η Ελληνική Βουλή με βάση το νόμο περί Ευθύνης Υπουργών.
Προκύπτει ωστόσο πως ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατείχε τη λίστα για 6 μήνες, χωρίς να έχει την υπουργική ιδιότητα και χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα να την κατέχει. Φεύγοντας από το υπουργείο, πήρε μαζί του ένα δημόσιο έγγραφο μεγάλης σημασίας, το οποίο μάλιστα περιείχε απόρρητα προσωπικά και τραπεζικά δεδομένα  2059 τουλάχιστον καταθετών.
Η αποκάλυψη της κατοχής της λίστας παρανόμως από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, δημιούργησε στην Ελληνική Βουλή σχόλια από την Αντιπολίτευση και ερωτήματα όπως το «τι κάνατε 6 μήνες με τη λίστα στην τσέπη κύριε Βενιζέλο;» Ξένα Μέσα Ενημέρωσης διακωμωδούσαν το γεγονός πως ο υπουργός που ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο της λίστας Λαγκάρντ, έφυγε από το υπουργείο παίρνοντας μαζί του το ντοκουμέντο.
Ο πολιτικός και δημοσιογραφικός θόρυβος όμως, δεν ακολουθήθηκε από κανένα νομικό έλεγχο. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος πρέπει να ελεγχθεί γιατί χωρίς να έχει υπουργική ιδιότητα ή άλλη σχετιζόμενη με το φορολογικό έλεγχο, έκανε υπεξαγωγή δημοσίου εγγράφου. Το έγγραφο αυτό επιπλέον περιείχε προσωπικά δεδομένα και δεδομένα που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο. Η κατοχή αυτών των δεδομένων δεν συνοδεύτηκε από κάποια λειτουργία που αφορούσε την υπεράσπιση του Δημοσίου συμφέροντος όπως συνέβη με τη δημοσιοποίηση μέρους αυτών των στοιχείων από το περιοδικό HOT DOC. Αντιθέτως υπήρξαν σοβαροί υπαινιγμοί μέσα στη Βουλή πως αυτή η λίστα μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για άνομη χρήση. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν απάντησε ποτέ σε αυτές τις αιτιάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο Ευάγγελος Βενιζέλος πρέπει να ελεγχθεί ποινικά γιατί ως απλός έλληνας πολίτης, απέσπασε από το υπουργείο δημόσιο έγγραφο ύψιστης σημασίας και το κατείχε χωρίς η κατοχή αυτή να δικαιολογείται από ρόλο που είχε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ή την πολιτική του ιδιότητα. Πρέπει να ελεγχθεί γιατί επί 6 μήνες κατείχε προσωπικά και απόρρητα τραπεζικά δεδομένα, όπως επίσης και για το αν χρησιμοποίησε αυτά τα δεδομένα για άλλους σκοπούς πέρα από αυτόν για τον οποίο του παραδόθηκε η επίσημη λίστα.
Ακόμη και αν ο Ευάγγελος Βενιζέλος προφασίζεται πως η λίστα ήταν ανεπίσημη και προιόν υποκλοπής, παραμένει υπόλογος γιατί κατείχε εις γνώση του προιόντα εγκληματικής ενέργειας τα οποία μάλιστα κοινοποίησε με καθυστέρηση στο πρωθυπουργικό γραφείο. Ο ισχυρισμός αυτός εξάλλου δεν αναιρεί το περιεχόμενο της λίστας, δηλαδή το είδος και τη σημαντικότητα των δεδομένων.
Πιστεύω πως η Εισαγγελία πρέπει να ερευνήσει τις ευθύνες του Ευάγγελου Βενιζέλου την περίοδο που υπήρξε απλός βουλευτής και κατείχε τη λίστα. Είναι μια υποχρέωση όχι μόνο απέναντι στην απονομή Δικαιοσύνης αλλά στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και την κοινωνία η οποία παρακολουθεί συνεχώς την ατιμωρισία Υπουργών για όσα εγκληματικά πράττουν. Δεν μπορεί η ατιμωρισία να επεκτείνεται και στις περιόδους που δεν καλύπτονται από το νόμο περί Ευθύνης Υπουργών γιατί υπόλογοι δεν θα είναι οι νομοθετούντες αδίκως, αλλά αυτοί που μπορούν να αποδώσουν Δικαιοσύνη και δεν την αποδίδουν.





ΠΗΓΗ
 
Top