
Ένας ρόκερ από τα παλιά, ο Παύλος Παυλίδης, ιδρυτής του θρυλικού συγκροτήματος Ξύλινα Σπαθιά, μιλάει στην Χαρίκλεια Βλαχάκη και το goculture για το χθες, το σήμερα και το αύριο.
Παύλος Παυλίδης, Μωρά στη φωτιά, Ξύλινα Σπαθιά και στη συνέχεια σόλο καριέρα. Δύο προσωπικοί δίσκοι, μια παρέα φίλων που γίνεται μπάντα, συναυλίες unplugged και ο κόσμος πάντα εκεί. Πώς αλλιώς να προλογίσεις μια συνέντευξη με τον Παύλο Παυλίδη και πολύ περισσότερο όταν αυτά που θέλεις να γράψεις προέρχονται από προσωπικά βιώματα, από κασέτες χιλιοπαιγμένες, από μια “φωτιά στο λιμάνι”, από συναυλίες και βραδιές που πλέον κατοικούν στη χώρα των αναμνήσεων. Στάθηκε αδύνατο. Ας μιλήσει λοιπόν ο ίδιος:
G. C. Μετά τη διάλυση των Ξύλινων Σπαθιών, ακολούθησες τη δική σου πορεία. Ας μιλήσουμε λίγο για αυτόν το “δρόμο”.
Π.Π. Το πρώτο βήμα ήταν ο δίσκος Αφού λοιπόν ξεχάστηκα, ένας δίσκος ακουστικός και αυτή ήταν και η μεγάλη διαφορά που είχε από τους προηγούμενους. Σε αυτόν κυριαρχούσε περισσότερο, γαλήνη και νοσταλγία παρά ένταση ή καλύτερα η ένταση ήταν εσωτερική, από ότι λένε αυτοί που ξέρουν. Αυτός ο δίσκος με οδήγησε στο να φτιάξω μια καινούργια ομάδα, κάτι που έγινε σιγά–σιγά, μέσα σε δύο χρόνια. Στη Ξύλινα Σπαθιάσυνέχεια ήρθε επόμενος δίσκος ο οποίος έδειχνε ότι τελικά θέλω πάλι να επιστρέψω σε πιο ηλεκτρικά μονοπάτια και έτσι ο συνδυασμός των δύο δίσκων έκανε την ομάδα μας, τους B-Movies να είναι αυτό που είναι. Το πιο ωραίο όμως σε αυτή την ιστορία είναι ότι δεν διάλεξα μουσικούς από διαφορετικούς χώρους. Στην ουσία ο ένας έφερνε τον άλλο και αυτή τη στιγμή οι B-Movies είναι μια παρέα φίλων, που είναι φίλοι εδώ και χρόνια. Τα πιο πολλά παιδιά δεν τα ήξερα αλλά εκείνοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Για παράδειγμα είχα ανάγκη από έναν μπασίστα και έλεγα στον ντράμερ ποιον να φέρουμε και έλεγε τον Τόλη, που ήταν φίλοι και φυσικά σπουδαίοι μουσικοί όλοι τους. Ταυτόχρονα επειδή δεν ήθελα να χάσω αυτό το χρώμα το ακουστικό, συνεχίστηκαν οι παρεΐστικες συναυλίες σε μικρούς χώρους.
G.C. Αυτός ο ακουστικός ήχος, η γαλήνη όπως είπες, έχει να κάνει με αυτό που επικράτησε σε εσένα μετά την ένταση των Σπαθιών;
Π. Π. Μου αρέσει να ανεβαίνω στο πάλκο, σε μεγάλους χώρους, με τη μεγάλη μπάντα, όπου στην ουσία όλοι μαζί παίζουμε και χορεύουμε, από την άλλη, το ακουστικό σχήμα είναι κάτι διαφορετικό όπου όλα επιστρέφουν από εκεί που ξεκίνησαν. Παίζουμε δηλαδή τη Φωτιά στο λιμάνι με μια κιθάρα. Δεν ήταν έτσι στα Σπαθιά. Υπήρχαν τύμπανα υπήρχαν γκάζια που λέμε. Τώρα είναι όλα πιο εσωτερικά και στην ουσία τα πιο πολλά κομμάτια γράφονται στο σπίτι με την κιθάρα, οπότε ο κόσμος στις συναυλίες βλέπει πως κατασκευάστηκαν. Χαίρομαι λοιπόν που ο κόσμος βλέπει πως ξεκινάνε κάποια πράγματα και ίσως καλά κάναμε που παλιότερα επενδύσαμε μουσικά κάποια κομμάτια αλλά έτσι “γυμνά”, νομίζω ότι είναι πιο όμορφα.
G. C. Τα Ξύλινα Σπαθιά εξελίχθηκαν στην πορεία τους;
Π. Π. Νομίζω πως είναι αυτονόητο, εξελίχθηκαν τόσο πολύ που επαγγελματικά θα μπορούσε να είναι και εις βάρος τους. Ευτυχώς πάντα ο κόσμος παρακολουθεί…
G. C. Γιατί λες θα μπορούσε να είναι εις βάρος τους;
Π. Π. Θα σου πω μια κουβέντα που την έχει πει ο David Bowie. “Έστω και ένα χρόνο να είσαι μπροστά από την εποχή σου υπάρχει πρόβλημα”.
G. C. Θεωρείς ότι ήσασταν μπροστά από την εποχή σας;
Π. Π. Καλά κάνεις και το ρωτάς. Όχι από την εποχή μας παγκοσμίως αλλά τουλάχιστον στο χώρο στον οποίο κινούμασταν νομίζω πως τα Σπαθιά έδωσαν μια νέα πνοή στο τι εννοείται ως ελληνικό ροκ εν ρολ. Δηλαδή, ενώ θα μπορούσαμε να μείνουμε στις παλιές φόρμες που ήταν και τόσο επιτυχημένες, το ξέρουμε όλοι αυτό, τα Σπαθιά προτιμούσαν να πειραματίζονται και να φεύγουν μπροστά. Κατά τη γνώμη μου προς τιμήν τους και από ότι φαίνεται σιγά–σιγά, η νέα γενιά το ανταποδίδει με έναν παράξενο τρόπο όλο αυτό. Σαν να συναντιόμαστε στο μέλλον με τους πιτσιρικάδες.
G. C. Οι πιτσιρικάδες του “Παγωτού” είναι ακόμη και σήμερα κοινό σου;
Π. Π. Υπάρχει πολύς κόσμος κάθε γενιάς που έρχεται στις συναυλίες και δεν έχω ακούσει ούτε από έναν να ζητάει το Λιωμένο παγωτό. Αντίθετα ζητάνε τα πιο πρωτοποριακά κομμάτια γιατί πια ανακαλύπτουν –ίσως- τι σήμαινε εκείνη τη δεκαετία να κάνεις τέτοια μουσική.
G. C. Ζητάνε πιο πρωτοποριακά κομμάτια, όπως;
Π. Π. Μια ματιά σαν βροχή, Τροφή για τα θηρία, Ένας τίτλος στον αέρα, είναι κομμάτια πολύ πιο μπροστά και πολύ πιο πειραματικά σαν ήχος από το Ξεσσαλονίκη ή τις Πόλεις της ασφάλτου. Ήταν νομίζω έκπληξη για όλους ότι τα Σπαθιά εχθρεύονταν και κλωτσούσαν την επιτυχία του Λιωμένου παγωτού. Έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν είναι αυτός ο στόχος τους. Χαίρομαι που έγινε μεγάλη επιτυχία αυτό το κομμάτι. Από ότι μου λένε ακόμη και τώρα το παίζουν στα κλαμπ. Εγώ το αγαπούσα και από πριν, το κοίταζα βέβαια λίγο με στραβό μάτι όταν άκουγα να παίζεται στα ελληνάδικα και στα σκυλάδικα, αλλά από ότι έβλεπα έχει κάτι αυτό το κομμάτι που το καταλαβαίνουνε όλοι. Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια το ακούω και εγώ με μεγαλύτερη συμπάθεια. Παρ’ όλα αυτά αγαπώ την εξέλιξη των Σπαθιών.
G. C. Εκείνοι που ήταν 17 και τώρα είναι 32 έρχονται;
Π. Π. Ναι και έρχονται και ευχαριστήθηκαν νομίζω πάρα πολύ τον πρώτο προσωπικό μου δίσκο και αυτό έχει να κάνει και με την ηλικία. Γιατί κάποια στιγμή χορταίνεις την ένταση και αναζητάς άλλα πράγματα. Πιστεύω ότι αυτό που ευχαριστήθηκε ο περισσότερος κόσμος είναι ότι με τον ακουστικό δίσκο επέτρεψα στους στίχους να έχουν και τον πρώτο ρόλο, κάτι που συμβαίνει και στις συναυλίες με το μικρό σχήμα. Έχει να κάνει δηλαδή με τον στίχο και τις αφηγηματικές συναυλίες.
G. C. Πάντα όμως οι στίχοι σου ήταν αφηγηματικοί.
Π. Π. Ναι αλλά πάντα πολύς κόσμος, τουλάχιστον στις παραγωγές των δίσκων, διαμαρτυρόταν ότι η φωνή είναι πίσω και έχει δίκιο ο κόσμος. Οπότε τώρα μάλλον το ευχαριστιόμαστε όλοι, ιδιαίτερα σε αυτές τις ακουστικές συναυλίες, που οι στίχοι έχουν την τιμητική τους.
G. C. Οι ροκ ήχοι και συγκροτήματα, ακόμη και το κοινό τους, νομίζω πως έχουν εξαφανιστεί σήμερα από τη μουσική σκηνή. Φταίνε οι δισκογραφικές; Άλλαξαν οι καιροί; Τι πιστεύεις ότι συμβαίνει;
Π. Π. Δεν έχει εξαφανιστεί καθόλου, έχει εξαφανιστεί από αυτό που θεωρούμε mainstream, δημοσιότητα, όμως ποτέ δεν ήταν υπόθεση της δημοσιότητας όλο αυτό. Μπορεί να μην ακούγεται όσο ο Ρουβάς, αλλά εκείνοι που ενδιαφέρονται είναι πολλοί περισσότεροι από εκείνους που μας κάνουν τα Μέσα να νομίσουμε. Εμείς περνάμε καλά στις συναυλίες μας και από ότι φαίνεται και ο κόσμος. Εγώ παίζω κάθε Τρίτη στο Καφωδείο Eλληνικό στη Θεσσαλονίκη, έναν υπέροχο χώρο, με το ακουστικό σχήμα και γίνεται το αδιαχώρητο. Ο κόσμος δεν χωράει και φεύγει, οπότε πως μπορώ να πιστέψω ότι είναι σε παρακμή αυτό το πράγμα.
G. C. Στα ΜΜΕ σε βλέπουμε σπανίως. Δεν σε προβάλλουν ή είναι επιλογή σου;
Π. Π. Είναι δική μου επιλογή γιατί ακόμη και άνθρωποι που με καλή πρόθεση θέλουν να με προβάλλουν, στην ουσία είναι σαν να σε παρασέρνουν σε ένα παιχνίδι που από μόνο του δεν αντιστοιχεί σε αυτό που διάλεξες να κάνεις και στον τρόπο που διάλεξες να ζεις. Οπότε το ότι απέχω είναι λογικό.
G. C. Είναι λογικό. Είναι δύσκολο;
Π. Π. Όχι, σε διαβεβαιώνω μου είναι πολύ ευχάριστο, δύσκολο θα ήταν να τρέχω από κανάλι σε κανάλι, να πω τι; Αν υπήρχε μια σοβαρή μουσική εκπομπή που να με καλούσε θα πήγαινα και το έχω κάνει.
Απο Ηλιαχτίδα






























2 σχόλια:
ΜΕ ΓΥΡΙΣΕΣ 17 ΧΡΟΝΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ , ΠΙΣΩ ! ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΡΕ ΚΩΣΤΗ !
Ωραία τα λέμε και τα διαβάζουμε,αλλά μια και στο βιογραφικό για τον Παυλίδη αναφέρονται κ τα Μωρα στη Φωτιά,οφείλουμε κ μεις που ξέρουμε λίγα πράγματα παραπάνω να τονίσουμε ότι το τραγούδι "Αδρεναλίνη" , που παρουσιάζεται ως τραγούδι των Ξ.Σπαθιων είναι του Στέλιου Σαλβαδόρ από τα Μωρά στη Φωτιά.
Ανάρτηση Σχολίου